Τετάρτη 13 Μαΐου 2020

Περί προσευχής


Προσευχή είναι η προσπάθεια να πεισθεί ο θεός να πραγματοποιήσει  μια ανθρώπινη επιθυμία, υποκύπτοντας στην επιμονή και στις κολακείες. Ο μονόλογος της προσευχής δε βρίσκει παραλήπτη και επιστρέφει ως ανεπίδοτος στον αποστολέα. «Συνειδητοποίησα ότι είμαι θεός, όταν προσευχόμενος κατάλαβα ότι μιλώ στον εαυτό μου» είπε κάποιος διανοούμενος. Όταν η προσευχή γίνεται για θεραπεία ιάσιμης αρρώστιας, η ίαση που θα έρθει, όταν η αρρώστια συμπληρώσει τον κύκλο της, θα εκληφθεί ως αποτέλεσμα της προσευχής. Σε κάθε τελετή ιερείς και πιστοί προσεύχονται «υπέρ ειρήνης του κόσμου» και «υπέρ της των πάντων ενώσεως», ευχές που δεν εισακούονται κι ας επαναλαμβάνονται επί αιώνες από χιλιάδες στόματα. Όσες πιθανότητες υπάρχουν να εισακουσθεί ένα αίτημα, άλλες τόσες υπάρχουν να απορριφθεί. Αν στα 1000 αιτήματα πραγματοποιηθεί το 1, αυτό αρκεί για να πεισθεί ο ευσεβής, ότι εισακούεται. Η ευχή υπέρ της ενώσεως όλων είναι ευχή παγκοσμιοποίησης,  λέξης που προκαλεί στους θρησκόληπτους υστερία, επειδή ως ενότητα  εννοούν την  κοπαδοποίηση ("μία ποίμνη, είς ποιμήν") της ανθρωπότητας κάτω από  το δικό τους δόγμα. Η πραγματοποίηση αυτού του ευσεβούς οράματος μετατέθηκε κατά τη Δευτέρα Παρουσία, που ο πανίσχυρος δικτάτορας του ουρανού θα ρίξει στις φωτιές της κόλασης κάθε διαφορετικότητα. Όσο υπάρχουν άνθρωποι, οι απόψεις (αιρέσεις) θα διαφέρουν, αφού καθένας πιστεύει στη δική του αλήθεια, άρα η πολυπόθητη ενότητα δεν πρέπει να γίνει με τη βίαιη επιβολή της άποψης κάποιων, αλλά με την καλλιέργεια των κοινών στοιχείων που μας συνδέουν και προάγουν τη συνεργασία και τον ανθρωπιστικό πολιτισμό.  Το πολύ κύριε ελέησον κι ο θεός το βαριέται, λέει η παροιμία. Το ευαγγέλιο την επικυρώνει διά στόματος Χριστού, που συνιστά: «όταν προσεύχεστε, μη φλυαρείτε όπως οι εθνικοί, που νομίζουν ότι θα εισακουσθούν χάρη στην πολυλογία τους» (Ματθ., στ΄7-14). Φαίνεται όμως ότι οι εντολές του Χριστού γράφτηκαν για να παραβιάζονται, γιατί δεν εξηγείται πώς οι πιστοί κάνουν τα αντίθετα. Έτσι οι προσευχές που διαβάζονται στην εκκλησία είναι τυποποιημένες, μακρόσυρτες, φλύαρες, ανιαρές και επαναλαμβανόμενες, λες κι ο θεός είναι κουφός, αδιάφορος  και επιλήσμων των καθηκόντων του. Κάθε δευτερόλεπτο μυριάδες προστακτικές αναπέμπονται από χριστιανικά χείλη: δος ημίν, άφες, ιλάσθητι, ελέησον, ευλόγησον, ευδόκησον, εισάκουσον, κατάπεμψον και ούτω καθεξής… Για κάθε περίπτωση οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς έχουν συντάξει την ανάλογη προσευχή κι έχουν εμπλουτίσει τα θρησκευτικά βιβλιοπωλεία με τόμους προσευχηταρίων σε αρχαΐζουσα συνήθως διάλεκτο, που κατά τη γνώμη τους  ευαρεστεί τα θεϊκά ώτα. Οι πιστοί είναι σίγουροι ότι εισακούονται, ασχέτως αν ικανοποιηθεί ή όχι το αίτημά τους, αφού θεωρούν ότι η μη ικανοποίησή τους εντάσσεται στις άγνωστες βουλές του Υψίστου. Δικό τους καθήκον θεωρούν να γκρινιάζουν γονατιστοί ζητώντας τα πάντα από το αόρατο παντοδύναμο ον, το θεό που είναι μεγάλος ... απών. 


0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εγγραφή σε Σχόλια ανάρτησης [Atom]

<< Αρχική σελίδα